Στο σεντούκι της ψυχής μου" - Ευθυμία Αθανασιάδου

Το τελευταίο σας βιβλίο κυκλοφορεί με τον τίτλο «Στο σεντούκι της ψυχής μου». Θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια για αυτό;
Το σεντούκι είναι ένα βιβλίο για την ψυχική δύναμη που έχει ο άνθρωπος.Μέσα από την ιστορία της Αρετής μεταφερόμαστε στην μεταπολεμική περίοδο της Ελλάδος και συγκεκριμένα τη Μακεδονία και τη Θράκη.Μαζί της ταξιδεύουμε στην Ξάνθη ,βιώνουμε τη φτώχεια όπου μεγάλωσε,ζεσταινόμαστε μεσα σε μια καλύβα με ένα μαγκάλι και βλέπουμε τον αποχωρισμό στην πιο τρυφερή ηλικία από τη μάνα της.Μεταφερόμαστε στην Καβάλα στην αναζήτηση των μοναδικών εν ζωή συγγενών της περιφερόμενοι στις λασπωμένες γειτονιές της παλιάς πόλης.Εκεί βλέπουμε να τη χτυπάει και πάλι η μοίρα αφήνοντάς της ανεξήτηλα σημάδια τα οποία και θα καθορίσουν το μέλλον της.Κυνηγημένη φευγεί για την πόλη των Σερρών όπου θα δουλέψει στα Καπνομάγαζα.Εκεί η ζωή της δείχνει επιτελους το καλό της πρόσωπο και της στελνει φύλακες άγγελους που θα τη προστατεύουν μέχρι τέλους.Από κεί και πέρα το ταξίδι της Αρετής, μας φτάνει ως τα αστέρια ,αφού η μοίρα της χαρίζει όλα αυτά που της στέρησε τόσοα χρόνια.

Ο κεντρικός σας χαρακτήρας, η Αρετή, έχει δικά σας χαρακτηριστικά; Μοιάζετε;

Η Αρετή στο βιβλίο περπατάει –και οχι τυχαία-σε μονοπάτια που έχω περπατήσει κι εγω ως παιδί.Αρχικά μέσα από την πορεία της περιγράφω γειτονιές που πέρασα τα παιδικά μου χρόνια ,μυρωδιές που έχω από τότε και γεύσεις που μένουν ακόμη και τώρα στα χείλη μου.Από χαρακτηριστικά,το γεγονός πως αγαπάει το διάβασμα και δεν τα παρατάει ακόμη και στα πιο δύσκολα ,είναι και χαρακτηριστικό δικό μου,αφού κι εγω ως παιδί συνδίαζα σχολείο και εργασία.Από κει και πέρα τον χαρακτήρα της Αρετής τον έχτισα πιο ανθεκτικό και καλοσυνάτο από ότι συνηθίζει άνθρωπος να έχει,οχι πως δεν υπάρχουν,αλλά βέβαια σπανίζουν και ειδικά στη σημερινη εποχή.Αυτό το έκανα για να τονίσω πως όποιος πορεύετε στη ζωή του με αρετή ,πείσμα και καλοσύνη η ζωή του ανταποδίδει το καλύτερο χαμόγελό της.

Τι ξεχωρίζετε στο βιβλίο αυτό σε σχέση με τα άλλα που έχετε κυκλοφορήσει; Και ποιο από όλα είναι αυτό που θα λέγατε αγαπημένο σας αν έπρεπε να επιλέξετε;


Το κάθε βιβλίο που γράφω προσπαθώ να είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα.Σαφώς όμως όλα έχουν την προσωπικότητα του συγγραφέα μέσα,έτσι ώστε να αφήνουν το στίγμα τους στη λογοτεχνία.Το σεντούκι ξεχωρίζει από τα δύο προηγούμενα αφ’ενος από το χρόνο που εξελίσσεται και αφ’ετέρου από την ίδια την ιστορία του βιβλίου η οποία δεν έχει σχέση με τα υπόλοιπα.Όσον αφορά το πιο αγαπημένο μου,θα πω πως δεν μπορώ να ξεχωρίσα κάποιο,γιατι όσο κλισέ κι αν ακουστεί,όλα είναι παιδιά μου,όλα έχουν κάτι από την ψυχή μου μέσα.

Από πού αντλείτε την έμπνευση σας; Γράφετε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας;

Η έμπνευση έρχεται από οπουδήποτε.Από μια ιστορία που θα μου αφηγηθεί κάποιος,από μια προσωπική μου εμπειρία,από μια ταινία,ακόμα και από ένα στίχο ενός τραγουδιού η μια μελωδία που θα με αγγίξει...Συνηθίζω να γράφω πολύ νωρίς το πρωί ,όπου όλα γύρω μου είναι ήρεμα.

Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο συγγραφέα που κάνει τώρα τα πρώτα του βήματα στον χώρο της γραφής και του βιβλίου;

Θα συμβούλευα τον νεα συγγραφέα αυτό που θα συμβούλευα οποιοδήποτε νέο σε οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα.Να αγαπάει αυτό που κάνει,να έχει μεράκι για αυτό και να προσπαθεί να αφήσει κάτι αξιόλογο πίσω του.Μόνο έτσι θεωρώ πως κάποιος είναι επιτυχημένος σε ότι επιλέγει να κάνει.

Ετοιμάζετε κάτι νέο αυτή την περίοδο;

Έχω ήδη ετοιμάσει το τέταρτο βιβλίο και βρίσκεται στον εκδοτικό μου οίκο αναμένοντας για εκτύπωση.Αυτό το διάστημα γράφω επίσης τη συνέχεια του πρώτου μου βιβλίου, «Για όσα δεν μιλήσαμε ποτέ»..

Βιβλίο | της Ευθυμίας Αθανασιάδου-Μαράκη

Συνάντηση συμμαθητών μετά από 50 χρόνια

του Χριστόφορου Παλαμίδη

Ιστορία και Κομμουνισμός

της Δήμητρας Σαμαρά

Βγήκαν λάμιες στο ποτάμι, σύννεφο έβαλαν γιορντάνι….

της Δήμητρας Σαμαρά

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

της Ευθυμίας Αθανασιάδου-Μαράκη

Με αφορμή το SURVIVOR: Πως μας «καθοδηγεί» η TV…

του Γιώργου Πιπερόπουλου

Μετρώντας τις μέρες μας

του Αθανάσιου Μπόϊκου

Το θέατρο στους μαθητές

του Χριστόφορου Παλαμίδη

Αλέξης Τσίπρας, ένας Ντόριαν Γκρέι της πολιτικής

του Αθανάσιου Μπόϊκου

Προκλητή ζήτηση υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα και προτάσεις αντιμετώπισης της – Περικοπές στην πρωτοβάθμια υγεία ή εξοικονόμηση πόρων;

του Καλλίνικου Νικολακόπουλου

Δάσος και ενέργεια και Γιατί λύματα;

της Αικατερίνης Εμμανουηλίδου

Γαλλικός Ρομαντισμός και Φιλελληνισμός

του ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΦΙΛΩΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΣΕΡΡΩΝ

Πρόσεχε το δάχτυλο, όχι το φεγγάρι

του Αθανάσιου Μπόϊκου

Πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα, διαχειρισιμότητα του δημόσιου χρέους και βιωσιμότητα της χώρας

του Καλλίνικου Νικολακόπουλου

Δημοσιονομική κρίση χρέους, τραπεζικό σύστημα και πολιτικο-οικονομικές ελίτ

του Καλλίνικου Νικολακόπουλου

Μια γιορτή επαναπροσέγγισης των πολιτισμών στα ερτζιανά κύματα στις Σέρρες

της Unesco Σερρών

Περί ευρωζώνης, εθνικών νομισμάτων και άλλων τινών

του Καλλίνικου Νικολακόπουλου

2017 Διεθνές Έτος Βιώσιμης Τουριστικής Ανάπτυξης

της Unesco Σερρών

Και δάσκαλοι - όχι μόνο φιλόλογοι

του Αθανάσιου Μπόϊκου

Υγροβιότοποι, για μείωση του κινδύνου των καταστροφών

της Αικατερίνης Εμμανουηλίδου

Ένας δήμαρχος, μια μήνυση και ο … ΤΑΡ (πάλι)

του Αθανάσιου Μπόϊκου

Ποιοι μας αποκαλούν «λαϊκιστές»;

του Αθανάσιου Μπόϊκου

Στιγμές της πόλης

της Αικατερίνης Εμμανουηλίδου

Στερητικό σύνδρομο εξουσίας

του Παναγιώτη Κοτρώνη

«Το τάγμα που τραγουδάει…»

της Δήμητρας Σαμαρά

Εύκολη προφητεία

του Αθανάσιου Μπόϊκου

΄Ανθρωποι και κατσαρίδες

του Αθανάσιου Μπόϊκου

Ένας «ρεαλιστής» δήμαρχος

του Αθανάσιου Μπόϊκου

Αδιόρθωτοι

του Αθανάσιου Μπόϊκου

Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται

του Αθανάσιου Μπόϊκου

ΤΑΡ, «νεοοθωμανισμός» και εθνικό συμφέρον

του Αθανάσιου Μπόϊκου

Αύξηση μεγέθους γραμματων Μείωση μεγέθους γραμματων Επαναφορά μεγέθους γραμματων print

ΣΕΡΡΕΣ: 100 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΖΩΗΣ

04/03/2014

Άρθρο του Στέλιου Μπουφίδη

 
Ήρθα στις Σέρρες για μόνιμη εγκατάσταση το 1958, σε ηλικία 6 χρόνων. Ο πατέρας μου θεωρώντας ότι έφτασε στο ζενίθ της επιχειρηματικής του δραστηριότητας στη γενέτειρα Νιγρίτα, ως ιδιοκτήτης του ζαχαροπλαστείου «ο Κρίνος», αγόρασε την προηγούμενη χρονιά το καφεκοπτείο Παπαδόπουλου στις Σέρρες επί της οδού Μικράς Ασίας τότε, τη σημερινή Διονυσίου Σολωμού. Αξιοποιώντας την παράδοση του μαγαζιού (αφού εκπαιδεύτηκε στα του καφέ –ψήσιμο και άλεσμα που του ήταν άγνωστα) και δημιουργώντας ένα εργαστήριο ζαχαροπλαστικής πίσω από το χώρο του καταστήματος για την παραγωγή όλων των ειδών ζαχαροπλαστικής  (εκτός από πάστες και σιροπιαστά) ξεκίνησε τη λειτουργία του καταστήματος με καφέδες και είδη ζαχαροπλαστικής. Η προσπάθεια απαιτούσε σκληρή δουλειά αλλά είχε το μεγάλο προσόν να είναι μια απασχόληση που περιλάμβανε την ξεκούραση της Κυριακής που το μαγαζί ήταν κλειστό. Στην προηγούμενη απασχόληση στο ζαχαροπλαστείο στη Νιγρίτα η Κυριακή ήταν μια μέρα με περισσότερη δουλειά και το μαγαζί ήταν κλειστό μόνο δυο μέρες το χρόνο!

 
Εγκατασταθήκαμε στο ισόγειο μιας κατοικίας στην περιοχή του αγίου Αντωνίου, στη συμβολή των σημερινών οδών Ορφέως και Αμφιπόλεως, ιδιοκτησίας Ηρακλή Πρόβου, ο οποίος διέθετε ένα μεγάλο κεντρικό γωνιακό παντοπωλείο εκεί που σήμερα είναι το κατάστημα της τράπεζας Πειραιώς, γωνία Τσαλοπούλου και Διονυσίου Σολωμού. Στο σπίτι αυτό μείναμε λίγους μήνες μόνο (η μητέρα μου παραπονιόταν για υγρασία) και έτσι πολύ σύντομα μετακομίσαμε στον επάνω όροφο μιας διώροφης οικοδομής, στην οδό Παπακωνσταντίνου, πίσω από το τέλος της σημερινής οδού Κύπρου. Εντωμεταξύ ήρθε ο καιρός να πάω σχολείο. Γράφτηκα στο 9ο δημοτικό, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στην οδό Κ. Σταμούλη, σε ένα παλιό κτίριο, στον κάθετο δρόμο απέναντι από την είσοδο του 1ου γυμνασίου. Δίπλα του βρισκόταν το ‘λισέ’, η σχολή εκμάθησης γαλλικών. Η κάθε χρονιά του σχολείου τελείωνε με τις γυμναστικές επιδείξεις. Το σχολείο ήταν κοντά στο σπίτι μας, σε απόσταση 200 περίπου μέτρων. Μόνο που στις τέσσερις τάξεις που έκανα στο 9ο εγώ έμεινα σε τρία διαφορετικά σπίτια και το σχολείο άλλαξε τρία διαφορετικά κτίρια! Στη γειτονιά υπήρχαν αρκετοί ελεύθεροι χώροι για παιχνίδι, κυρίως ποδόσφαιρο και αρκετά παιδιά των οικογενειών που έμεναν εκεί για να δημιουργηθούν διάφορες παρέες. Μπροστά από το σπίτι μας, στην άκρη της οδού Κύπρου έμενε η οικογένεια του σκηνοθέτη σήμερα Βασίλη Παπαβασιλείου και η οικογένεια Καριοφύλη, που είχε το κεντρικό μπουγατσατζήδικο «Ανώτερο». Τα παιδιά τους ήταν μεγαλύτερα σε ηλικία, αλλά τα μικρότερα αυτών ήταν μαθητές του 9ου.

    Στο παλιό- ετοιμόρροπο κτίριο του 9ου βγάλαμε δύο τάξεις, ενώ είχε αρχίσει να κτίζεται το νέο κτίριο του σχολείου, στην Καλλιθέα. Δάσκαλοι μου ήταν η Σοφία, σύζυγος μετέπειτα Δημοσθένη Βαβαλίδη και ο Μάρκος Μυστακίδης, ένας πολύ καλός δάσκαλος και λαμπρός άνθρωπος. Στην τρίτη τάξη (όπως και ένα διάστημα της τετάρτης), επειδή το νέο σχολείο δεν είχε κτιστεί και το παλιό γκρεμίστηκε, τη βγάλαμε σε ένα κτίριο μιας τεχνικής σχολής, στη γωνία των οδών Πλαστήρα και Ανδρόνικου. Με δύο δασκάλες στην τρίτη , την Καραζάνου και την Δημητριάδου, ενώ στην τετάρτη μας ανέλαβε ο διευθυντής του σχολείου Στάθης Καραζήσης με τον οποίο βρισκόμουν και μιλούσαμε για χρόνια αργότερα. Εντωμεταξύ είχαμε αλλάξει και πάλι σπίτι. Ήταν τόσο λίγα τα υπάρχοντα μας που τη μια μέρα έκλεινε ο πατέρας μου την καινούργια μας κατοικία και την επόμενη μετακομίζαμε. Η νέα μας κατοικία ήταν στην ίδια περιοχή, λίγο ψηλότερα επί της οδού Κυζίκου. Νέα γειτονιά, νέες παρέες, πολύ παιχνίδι. Αριστερά του σπιτιού μας ζούσε η οικογένεια του Ζήση Βαβαλίδη με τρία αγόρια μεγαλύτερα από μένα, τον Δημήτρη (σημερινό ιδιοκτήτη της ΣΕΡΚΟ), τον Δημοσθένη, μετέπειτα δάσκαλο και σύζυγο της δασκάλας μου και τον Αριστείδη, μετέπειτα γραμματέα των ΤΕΦΑΑ Σερρών. Πιο πέρα έμεινε η οικογένεια του Θόδωρου Καντά (νομάρχη, αν θυμάμαι καλά, επί ΕΑΜ) με τα αγόρια του και πιο πέρα στη γωνία ο φοιτητής τότε μαθηματικών Μπάμπης Βαφειάδης. Ήταν μια πλευρά του δρόμου με έντονο άρωμα αριστεράς. Απέναντι μας έμενε ο δάσκαλος Πασχαλίδης, διευθυντής του 11ου δημοτικού με τα παιδιά του Πάρι και Μαρούλα, ο δάσκαλος Μωρίκης με τρεις κόρες και πιο πέρα η οικογένειες Γούναρη και του μετέπειτα βουλευτή Ευγένιου Χαιτίδη. Στην πλευρά αυτή (με την εξαίρεση Μωρίκη) ο αέρας μύριζε άρωμα δεξιάς. Στο τέρμα της κατηφόρας του δρόμου βρισκόταν το μπακάλικο της γειτονιάς, του Άσπρου, πατέρα της μετέπειτα καθηγήτριας στο γυμνάσιο θηλέων.

Όλα τα σπίτια της γειτονιάς ήταν διώροφα. Ισόγειο και πρώτος όροφος ή (και) υπόγειο και πάνω το ισόγειο σπίτι. Με μικρές ή μεγαλύτερες αυλές, πολλές μυρωδιές από τα δένδρα και τα λουλούδια και, βέβαια, με πολλούς ελεύθερους χώρους για παιχνίδι. Το τμήμα του δρόμου που ξεκινούσε από το σπίτι μας μέχρι τη γωνία του Βαφειάδη ήταν το μόνο σχετικά ίσιο, αν και σχετικά πετρώδες, και χρησιμοποιούνταν ως γήπεδο. Εδώ καθημερινά στήνονταν οι ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις, με ποικιλία συνθέσεων. Η κλασική αναμέτρηση ήταν μεταξύ των οπαδών των δύο τοπικών ομάδων, του Απόλλωνα και του Ηρακλή. Μόνο που αυτή η αναμέτρηση δεν μας συνέφερε γιατί ως οπαδός του       Απόλλωνα είχα κάτι μικρά και κάτι κορίτσια στην ομάδα, ενώ οι Ηρακλειδείς του Πάρι του Πασχαλίδη ήταν πιο συγκροτημένοι ποδοσφαιρικά. Ένα  περιστατικό που θυμάμαι από εκείνη την εποχή είναι της περιόδου των εκλογών του 1961. Τελείως ανυποψίαστος έκοβα από τα ψηφοδέλτια της ΕΡΕ που είχε στο σπίτι του ο Πασχαλίδης την φωτογραφία του Καραμανλή και την έβαζα στις μικρές κορνίζες που κυκλοφορούσαν με φωτογραφίες ηθοποιών. Έβγαζα τον ή την ηθοποιό, έβαζα τον Καραμανλή και τοποθετούσα την κορνίζα στο τραπέζι του σαλονιού, στο σπίτι μας. Την επομένη η κορνίζα εξαφανίζονταν. Έβαζα καινούρια και αυτή εξαφανίζονταν. Μέχρι που ακούγοντας ένα διάλογο των γονιών μου το βράδυ στο κρεβάτι τους για τις εκλογές…. κατάλαβα. Και, εννοείται, σταμάτησα την χειροτεχνία!

Εντωμεταξύ το κτίσιμο του νέου σχολείου είχε ολοκληρωθεί. Έτσι συνεχίσαμε την τετάρτη τάξη στο νέο σχολείο, στην Καλλιθέα. Μεγάλες αίθουσες, καινούργια θρανία, μια τεράστια και περιφραγμένη αυλή. Φυτέψαμε δέντρα γύρω στις πλαγιές και πάψαμε –επιτέλους- να είμαστε περιφερόμενοι μέτοικοι. Πίσω από το κτίριο βρισκόταν οι εγκαταστάσεις συστήματος προσκόπων. Για μικρό χρονικό διάστημα έκανα λυκόπουλο στην αρχή και πρόσκοπος κατόπιν αλλά χωρίς συνέχεια. Μόνο που δεν θα απολάμβανα για πολύ το καινούργιο μου σχολείο. Στα μέσα, περίπου, της χρονιάς είχαμε καινούργια μετακόμιση, σε άλλη περιοχή. Μετακομίσαμε σε μια καινούργια οικοδομή, στη Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το κτίριο, ιδιοκτησίας Ζήση εκ Χιονοχωρίου, είχε μαγαζιά στο ισόγειο και δύο ορόφους με δύο διαμερίσματα ο καθένας. Εγκατασταθήκαμε σε ένα διαμέρισμα του 2ου ορόφου. Η περιοχή ήταν γεμάτη χαμόσπιτα και το κτίριο που μέναμε φάνταζε … πολυκατοικία. Η αλλαγή γειτονιάς έφερε και αλλαγή σχολείου. Γράφτηκα στην πέμπτη τάξη στο 8ο δημοτικό σχολείο και ο αδερφός μου στην τρίτη.
                                                                                                                                                                                                                                               
                 Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ                      
    Η αλλαγή κατοικίας και γειτονιάς συνοδεύτηκε και με μια σειρά αλλαγών. Κατ’ αρχάς νέο σχολείο- νέοι συμμαθητές, νέα γειτονιά-νέοι γείτονες για παρέα. (Μόνο ο Μάκης ο Παντούσης, συμμαθητής στο 9ο , που επίσης μετακόμισε στην περιοχή μας και γράφτηκε στο 8ο, έμεινε από την παλιά παρέα). Ακόμη το σπίτι ήταν κοντά στο κέντρο της πόλης, σε μικρή απόσταση από το μαγαζί του πατέρα και … εμείς μεγαλύτεροι και με πορεία προς πρόωρη εφηβεία. Το 8ο σχολείο θεωρούνταν πρότυπο και οι μαθητές του προέρχονταν, κατά πλειοψηφία, από αστικές οικογένειες της πόλης. Μόνο που όλα αυτά κατά ένα μέρος είχαν σχέση με την πραγματικότητα και περισσότερο αποτελούσαν τον απόηχο από παλιότερες εποχές.

   Λόγω ηλικίας (μεγάλος πια) βοηθούσα περισσότερο στο μαγαζί, κυρίως βέβαια το καλοκαίρι και στις διακοπές του Πάσχα και των Χριστουγέννων, όπου η απασχόληση ήταν διαρκής. Απέναντι από το μαγαζί βρισκόταν ένα μικρό παρκάκι με ένα –σεμνό- άγαλμα του Εμμανουήλ Παπά, στο οποίο οι μαθητές σχολείων κατέθεταν στεφάνι τις παραμονές των εθνικών γιορτών. Στο απέναντι πεζοδρόμιο ήταν το κατάστημα χοντρικής (άλευρα κ.λ.π.;) του Μπάλα, η αντιπροσωπεία Παπαστράτος του Σάββα, ένα εστιατόριο (αργότερα τα αλλαντικά ‘Φίλιππος’), η κλινική του ορθοπεδικού Οδυσσέα Σίμογλου, το κρεοπωλείο του Γουρουνά, το κουρείο του Στράτου(;), το καφενείο του Μηνά, το ποτοποιείο του Καραμπουρούμη, το κατάστημα (χονδρικής πώλησης κυρίως) ξηρών καρπών του Ψάλτη, το μπακάλικο (ντελικατέσεν) του Λάγκαλη κ.α.  Στη σειρά του μαγαζιού μας βρισκόταν στη μια γωνία το κρεοπωλείο του Μυτιληναίου (Γιοβάνη) και στην άλλη το χρυσοχοείο του Μαργαρίτη. Ανάμεσα τους το ζαχαροπλαστείο ‘Βιενέζικο’ για μια περίοδο, οι νεωτερισμοί του θείου μου Μίμη Δεμερτζή και του αδερφού του Γιάννη (αργότερα το φαρμακείο Σίμογλου), το οπωροπωλείο του μπάρμπα Γιάννη, το παπουτσάδικο των Μίμη και Στράτου, το παντοπωλείο του Γούτα, το φαρμακείο του Καζαμία, το αλλαντοποιείο Μαρμαρέλη, το οπωροπωλείο Μαδεμλή (στο οποίο πρωτοπροπονήθηκε ο Κελεσίδης πιάνοντας τα καρπούζια που του πετούσαν από το φορτηγό), το παντοπωλείο του Αλέκου του Σταυρίδη (πεθερού του σημερινού καλλιτεχνικού διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ) κ.α. Όλα αυτά (και άλλα ακόμη) ιδιοκτησίας Ζαφειρίου, του οποίου η οικογένεια έμεινε σε σπίτι πάνω από τα καταστήματα.

    Η ζωή στην αγορά είχε το δικό της χρώμα, τους δικούς της κανόνες αλλά και σε ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες. Κατ’ αρχάς μιλάμε για μαγαζιά που λειτουργούσαν όλες τις μέρες της εβδομάδας εκτός από την Κυριακή. Αντίθετα με σήμερα το Σάββατο η αγορά όχι απλώς δεν ήταν κλειστή το απόγευμα αλλά έκλεινε το βράδυ αργότερα από ότι τις άλλες μέρες. Όλες τις μέρες λειτουργούσε πρωί- απόγευμα (πολύ αργότερα καθιερώθηκε το κλείσιμο της αγοράς το απόγευμα της Τετάρτης), πλην της Τρίτης, όπου τα μαγαζιά δεν έκλειναν για μεσημέρι, ήταν ανοιχτά σε όλη τη διάρκεια της μέρας. Η Τρίτη ήταν (όπως και σήμερα) μέρα λαϊκής, μόνο που η λαϊκή δεν αφορούσε αποκλειστικά τους Σερραίους. Κατέφθαναν στην πόλη καταναλωτές από όλα τα γύρω χωριά για τις αγορές των απαραίτητων της εβδομάδας. Κατέφθαναν με τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ, με αστικά και με τα ‘αγοραία’ μεγάλα ταξί, ακόμη και με άλογα ή όνους κάποιοι. Ένα μέρος από τα μέσα στάθμευαν στη γωνία πλ. Εμπορίου και Κων/πόλεως, μπροστά από τα ‘εδώδιμα-αποικιακά’ Αναστασίου. Στην πλατείας Εμπορίου, επίσης, λειτουργούσαν και δύο χάνια. Οι εργαζόμενοι στα μαγαζιά (ιδιοκτήτες και υπάλληλοι) τα μεσημέρια της Τρίτης έφευγαν εναλλάξ για να αγοράσουν λίγο ψωμί από τα αρτοποιεία του Πρωτόπαπα (στην Κωνσταντινουπόλεως, όπου είναι σήμερα ο Γατίδης, εκεί δούλευε ο αρτεργάτης θείος μου Γιώργος Μανιώτας) ή του Γάνου (λίγο πιο πάνω- ανάμεσα τους ήταν το φαρμακείο του Αντώνη Βλάχου, πατέρα του δημάρχου Γιάννη Βλάχου), τυρί και ελιές από ένα από τα (ουκ ολίγα) παντοπωλεία της περιοχής ή και λίγο σαλάμι από το Μαρμαρέλη για να κολατσίσουν το μεσημέρι. Κάποιες φορές η λύση ήταν τα σουβλατζήδικα του Σφίτη (στην αρχή της Παπαπαύλου) ή του Παντελή (στην Νικ. Φωκά στην αρχή και στην Ππαπαύλου αργότερα). Σε μερικές περιπτώσεις είχαμε επισκέψεις στα εστιατόρια (ένα από αυτά ήταν ο «Παπαγάλος», επί της Παπαπαύλου, στον ίδιο δρόμο στη σειρά η αντιπροσωπεία ‘καρέλια’ του Σκεμπετζή και το εμπορικό του Ιμανίδη). Μια άλλη συνήθεια της αγοράς ήταν το πρωινό σουβλάκι. Σε διάφορα μέρη της αγοράς στήνονταν ημιυπαίθρια μαγκάλια, από πολύ νωρίς το πρωί (από τις 6), υποδέχονταν τους αγουροξυπνημένους στην αρχή ή αυτούς που ξεκινούσαν δουλειά χαράματα ή από τις βραδινές βάρδιες και άλλους αργότερα για σουβλάκι- σουτζουκάκι με μοναδικό συνοδευτικό γκαζόζα ή μικρή ρετσίνα. Το υπαίθριο μαγαζί έκλεινε γύρω στις 11, όταν ξεπουλούσε τα σουβλάκια που είχε. Περίφημος στο σουτζουκάκι ήταν ο κυρ Βασίλης στην Εφόρων, ενώ ο πιο ανθεκτικός, λειτούργησε μέχρι τις μέρες μας, ήταν ο Σωτήρης, ο βλάχος.
    Υπήρχε ωράριο λειτουργίας αλλά πολλοί άνοιγαν τα μαγαζιά νωρίτερα το πρωί ή το απόγευμα, ενώ για να κλείσουν τα μεσημέρια και τα βράδια ο καθένας περίμενε να κλείσει το μαγαζί κάποιος άλλος πρώτος για να ακολουθήσει ο ίδιος. Τις εργάσιμες μέρες, βέβαια, των Χριστουγέννων και την Μεγάλη εβδομάδα –με εξαίρεση την Μ. Παρασκευή- δεν υπήρχε ωράριο. Τα καταστήματα άνοιγαν πρωί-πρωί και έκλειναν αργά το βράδυ, όταν έκριναν οι ιδιοκτήτες πως δεν υπήρχε περίπτωση να έρθει πελάτης. Την παραμονή δε των Χριστουγέννων και το Μ. Σάββατο η αγορά έκλεινε ιδιαίτερα πολύ αργά. Θυμάμαι πως κάποια μεγάλα Σάββατα κλείναμε τόσο αργά που μετά βίας προλαβαίναμε να φτάσουμε στην εκκλησία λίγα μόλις λεπτά πριν ο παπάς πει το ΄Χριστός Ανέστη’. Παράλληλα μεταξύ των μαγαζατόρων υπήρχε ιδιαίτερος κώδικας επικοινωνίας που περιλάμβανε και τον δημόσιο αλληλοέλεγχο. Θυμάμαι ότι γινόταν το ‘σώσε’ στην περίπτωση που κάποιος αργούσε έστω και για ένα δεκάλεπτο να ανοίξει το πρωί το μαγαζί του. Έβγαιναν οι γείτονες από τα μαγαζιά τους και τον έκραζαν. ‘Βαρύ το πάπλωμα, να πάρεις ένα πιο ελαφρύ’, ‘άντε μεσημέριασε’, ‘ουουουου ραχατλή’, ‘ντροπή ρε να έρχεται νωρίτερα και να σε περιμένει ο υπάλληλος’ ήταν μερικά από όσα άκουγε ο αργοπορήσας που βιαστικά ξεκλείδωνε και σήκωνε τα ρολά για να ανοίξει το μαγαζί του. Λίγο βορειότερα ήταν η πλατεία Ελευθερίας με πολλά δέντρα-θάμνους και χωμάτινο έδαφος. Μπροστά από την πλατεία ήταν η αφετηρία των αστικών. Χρησιμοποιούσα ενίοτε αυτό που πήγαινε στην Ομόνοια, για να πάω στα ξαδέρφια μου που έμεναν στις πρώτες εργατικές κατοικίες. Στην πλατεία του ΙΚΑ υπήρχε παρκάκι με κούνιες και μια μικρή πισίνα στην οποία τους καλοκαιρινούς μήνες κάποιοι που δεν άντεχαν τη ζέστη βουτούσαν.

                           ΓΕΙΤΟΝΙΑ- ΣΧΟΛΕΙΟ
     Στο δρόμο από το μαγαζί για το σπίτι αφού περνούσαμε την ’κλοποτίτσα’ (ένας κλειστός χείμαρρος με απόβλητα που ξεκινούσε από την Παπαπαύλου και συνέχιζε στην Παπανδρέου) και την αγορά, στο χώρο της δημοτικής αγοράς που πριν λίγο καιρό γκρεμίστηκε. Μπροστά από την δημοτική αγορά ήταν το υπαίθριο πρατήριο πάγου (απαραίτητο εφόδιο για τη λειτουργία της παγωνιέρας- πολύ αργότερα βρεθήκαμε με ηλεκτρικό ψυγείο) και με παγωμένες γκαζόζες, πέρα στο ύψωμα του δρόμου το καρβουνάδικο του Σαμαρτζίδη, το ποτοποιείο Μπέη, το σταμνάδικο του Αλεξιάδη, παππού του συμμαθητή μου του Παντούση (με το σπίτι πίσω και αυλή που την αξιοποιούσαμε για διάφορα παιχνίδια, κυρίως όμως για ποδόσφαιρο), ο πάγκος με φρούτα του Μελαχρινού κ.α.  και στη στροφή προς Αν. Θράκης το καφενεδάκι του Αγοραστού. Στη συνέχεια προς Μ. Αλεξάνδρου βρισκόταν, μεταξύ άλλων, το εστιατόριο ‘η Τούμπα’, με πολλούς πελάτες μαθητές από τα χωριά που έμειναν στις Σέρρες, όπου πήγαιναν στο γυμνάσιο ή άλλες σχολές, το ξυλουργείο του Εμμανουηλίδη, το εμπορικό του Ζωγράφου (ο οποίος αργότερα έφυγε για τη Θεσσαλονίκη και δραστηριοποιήθηκε με επιτυχία σε απορρυπαντικά και τρόφιμα), το οπωροπωλείο του θείου μου Λεωνίδα Μπασματζόγλου και στη γωνία, απέναντι από το σπίτι μας ο σταθμός αυτοκινήτων του Μαραγκάκη. Από την απέναντι πλευρά, κάτω από το ξενοδοχείο ‘Μητρόπολις’ ήταν το μπακάλικο του Βακιρτζή (αργότερα του Μανδαρή) και το υαλοπωλείο του Αλβανού. Πιο πέρα και μετά από τα αποικιακά του Αναστασίου ήταν το –ανταγωνιστικό!- καφεκοπτείο του Μίκηκη (ο πατέρας με τρία παιδιά που δούλευαν στο μαγαζί) η επιχείρηση του οποίου είχε και τη αντιπροσωπεία των παγωτών της ΕΒΓΑ, που στεγαζόταν λίγο πιο πέρα. Μετά από τα χάνια και το καφενείο των ζωέμπορων, εκεί περίπου που βρίσκεται σήμερα το κατάστημα της Alpha Bank, βρισκόταν το καφενείο του Σουπιώνη. Τα καλοκαίρια έβγαζε τα βράδια τραπέζια στο παρκάκι απέναντι, το τζουκ μποξ έπαιζε τα σουξέ της εποχής και πολύ Σερραίοι απολάμβαναν τη ρετσίνα τους με μεζέ τα εξαίσια σουβλάκια του μαγαζάτορα. Πιο πέρα στη γωνία κάποιες παράγκες με τσαγκάρηδες και γανωματήδες, ανάμεσα τους και ο πατέρας του ποδοσφαιριστή του Απόλλωνα και του Πανσερραϊκού Κασάπη, πρόεδρος των περιστεράδων της πόλης. Κάτω από το σπίτι μας το καφενείο του Χριστοφορίδη (ο γιος του Ιωσήφ για ένα διάστημα ήταν τερματοφύλακας στους εφήβους του Πανσερραϊκού), ένα επιπλάδικο(;), ένα πρατήριο για τις ανάγκες της τελευταίας στιγμής (τα βράδια της Κυριακής που είχαν έξοδο οι γονείς μας   καταπολεμούσαμε την υπογλυκαιμία μας με τις πάστες του πρατηρίου). Πιο δίπλα κτίστηκε μια άλλη μεγάλη οικοδομή και κάτω λειτουργούσε η ταβέρνα ‘η Πλάκα’, που έγραψε τη δικιά της ιστορία. Δίπλα στην ‘Πλάκα’ εγκαταστάθηκε και ο τσαγκάρης Ηλίας, ο οποίος στο πίσω μέρος του τσαγκάρικου πωλούσε μεταχειρισμένα περιοδικά (Μικρός Ήρωας, Μάσκα, Μυστήριο, Μικρός Σερίφης κ.α) στη μισή τιμή και τα αγόραζε αργότερα στο ένα τέταρτο της τιμής τους και –φυσικά- μάζευε πλήθος πιτσιρικάδων, φανατικών των αναγνωσμάτων περιπέτειας. Έτσι αγοράζαμε, π.χ., με 1 δραχμή τον μικρό ήρωα που πουλιόταν στα περίπτερα 2 δραχμές, διαβάζαμε το τεύχος και το επιστρέφαμε πουλώντας το μισή δραχμή. Πιο πέρα και απέναντι, στις αρχές της Φιλίππου ήταν ο φούρνος του Μανιώτα. Οι φούρνοι εκείνα τα χρόνια εκτός από το ψωμί προσέφεραν το ψήσιμο των φαγητών που απαιτούσαν ψήσιμο. Δεν υπήρχαν ηλεκτρικές κουζίνες στα σπίτια και φαγητά φούρνου μπορούσαν να κάνουν μόνο όσοι είχαν ‘μασίνα’ το χειμώνα. Έτσι κάθε γειτονιά είχε το φούρνο για τα φαγητά, οι οποίοι τις Κυριακές δεν έκαναν ψωμί παρά μόνο ψήσιμο. Τα ταψιά έφταναν στο φούρνο (με κρέας συνήθως κυριακάτικα, συνήθως μια- άντε δυο φορές την εβδομάδα είχε κρέας το μενού) με το συνοδευτικό στη σακούλα, γραφόταν το όνομα του πελάτη στη σακούλα και με κιμωλία στο ταψί και λίγο πριν το γεύμα το ταψί παραλαμβάνονταν για να χορτάσει την οικογένεια.  
     Στο γυμνάσιο πήγαμε χωρίς εισαγωγικές εξετάσεις. Η κυβέρνηση Παπανδρέου που εκλέχθηκε το Φεβρουάριο του 1964, με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση  χώρισε το εξατάξιο γυμνάσιο σε γυμνάσιο (1η έως 3η τάξη) και λύκειο (4η έως 6η), κατήργησε τις εισαγωγικές για το γυμνάσιο και καθιέρωσε εξετάσεις για το λύκειο. Στο 1ο γυμνάσιο βρεθήκαμε μαθητές από διάφορα δημοτικά σχολεία της πόλης αλλά και από τα γύρω χωριά, με γυμνασιάρχη στην αρχή μια ιστορική μορφή του σχολείου το Γιάννη Κακαλέτση. Ήμασταν ένα πλήθος γύρω στα 250 άτομα που μοιράστηκαν σε τέσσερα τμήματα των 60 περίπου μαθητών, με εξάωρο καθημερινό πρόγραμμα, έξι μέρες την εβδομάδα, εναλλάξ πρωί και απόγευμα. Νέοι συμμαθητές, καινούργιες γνωριμίες και παρέες, νέες συνθέσεις ποδοσφαιρικών ομάδων, γνωριμία και με το μπάσκετ και βόλεϊ. Παράλληλα ο μοναδικός δάσκαλος του δημοτικού έδωσε τη θέση του σε πλήθος καθηγητών και καθηγητριών διαφόρων ειδικοτήτων. Με τους συμμαθητές (και από το δημοτικό) Νίκο Μόσχο και Νίκο Καρατζίνη και τον γείτονα του Μόσχου Αργύρη Ρόντζη, που ήταν ένα χρόνο μικρότερος, κάναμε δυο ομάδες- ζευγάρια (ΑΡΝΙΚ-Ρόντζης και Μόσχος και ΚΑΡΑΜΠΟΥΦ- Καρατζίνης και Μπουφίδης), πηγαίναμε στο εθνικό στάδιο και αγωνιζόμασταν σε δρόμο 100 και 400 μέτρων, σκυταλοδρομία για δύο, άλμα σε ύψος, σε μήκος, τριπλούν κ.λ.π.
      Στο σπίτι του Μόσχου, στην Πρίγκιπος Χριστοφόρου με μια μεγάλη αυλή, βρισκόμασταν πολλά απογεύματα για να διαβάσουμε μαζί αλλά συνήθως το ρίχναμε σε φάρσες, στη μουσική, στο εξωσχολικό διάβασμα και … στις συζητήσεις. Το σπίτι διέθετε τηλέφωνο (γεγονός για την εποχή, στο σπίτι μας βάλαμε μετά από κάποια χρόνια), χρήσιμο εργαλείο για τις φάρσες. Η πιο σημαντική, ήταν αυτή που κάναμε στις 8 Δεκεμβρίου 1965, παραμονή της αγίας Άννας. Αφού δεν βρήκαμε άνθρωπο στα γραφεία της επιθεώρησης και του γυμνασίου μας, τηλεφωνήσαμε στο γυμνάσιο θηλέων, υποκριθήκαμε πως τηλεφωνούμε εκτάκτως από το υπουργείο Παιδείας για να τους μεταφέρουμε την απόφαση του υπουργού να είναι κλειστά τα σχολεία την επομένη, τιμώντας τη γιορτή της βασίλισσας Άννας- Μαρίας. Ζητούσαμε μάλιστα από τον συνομιλητή μας να μεταφέρει την εντολή και στα άλλα γυμνάσιο της πόλης. Η εντολή μεταφέρθηκε αμέσως στις μαθήτριες του θηλέων που ήταν απογευματινές, αργότερα διαπιστώθηκε πως ήταν φάρσα, η είδηση γράφτηκε σε εφημερίδες  Αθηνών και Θεσσαλονίκης, διαβάσαμε πως υποβλήθηκε μήνυση κατ’ αγνώστων και … τα κάναμε επάνω μας. Ο Νίκος ρώτησε τον πατέρα του που ήταν δικηγόρος τι σημαίνει αυτή η μήνυση, μάθαμε πως μετά από πολλά χρόνια παραγράφονταν και δώσαμε … όρκο σιωπής!. Την άλλη μέρα στο σχολείο ακούσαμε διάφορα απίθανα για τη φάρσα, γελούσαμε κάτω από τα –ανύπαρκτα- μουστάκια μας, ο καθηγητής που μας δίδασκε τα φιλολογικά μαθήματα με αφορμή το γεγονός μας έμαθε πως κλείνεται το Άννα (Άννα, της Άννάσης;….). Χρόνια μετά περιέγραψα το γεγονός, εν είδει διηγήματος, σε κάποιο συλλεκτικό καλοκαιρινό τεύχος του ‘ΜΕΤΑ’.
 Εντωμεταξύ οι δικοί μου θεωρώντας πως μεγάλωσα δεόντως και γνωρίζω καλά τα του μαγαζιού τα καλοκαίρια με άφηναν μόνο για μια-δυο εβδομάδες στο μαγαζί για κάποιο μακρινό ταξίδι, στην αρχή με τον αδερφό μου που ως μικρό δεν μπορούσαν να τον αφήσουν. Ατέλειωτες ζεστές ώρες στο μαγαζί, όμως είχα στη διάθεση μου την εφημερίδα που ο εφημεριδοπώλης συνέχιζε να αφήνει και κάθε Τρίτη την ‘Ομάδα’, το βράδυ θερινό σινεμά και μετά παγωτό στο ‘ελληνικόν’. Ενίοτε και γύρος στους ‘Κυνηγούς’. Η χλιδή…
 
                 ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ- ΠΑΝΣΕΡΡΑΪΚΟΣ
       Το ποδόσφαιρο συνέχιζε να είναι η αγαπημένη μας απασχόληση. Δεν απαιτούσε πολλά πράγματα. Ένας ελεύθερος χώρος, μια μπάλα (που μπορεί να ήταν πλαστική, λαστιχένια ή ακόμα και με πανιά) και τέσσερις πέτρες για να σηματοδοτούν τις δύο εστίες. Ο πιο κοντινός μας χώρος μια άπλα στην 20ης Σεπτεμβρίου –όπου σήμερα είναι το 19ο δημοτικό σχολείο-, ένας μικρός χώρος πίσω από το σπίτι μας (Ρωμανού) και για πιο μεγάλες αναμετρήσεις ο χώρος του ‘πασά’, στην πιο πάνω περιοχή της Μ. Αλεξάνδρου, στην Αρχελάου. Στις περιπτώσεις ‘επίσημων’ αναμετρήσεων ‘ταξιδεύαμε’ στο αγρόκτημα,  μετά από μια πορεία ανάμεσα σε περιβόλια, χωράφια και χειμάρρους, όπου υπήρχε ένα σχεδόν κανονικό γήπεδο με γκολπόστ κ.λ.π. της γεωργικής σχολής, στο χώρο που αργότερα έγινε το τένις κλαμπ. Πολλές φορές, βέβαια, εκστρατεύαμε σε άλλες γειτονιές της πόλης για ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις με τις εκεί ομάδες. Θυμάμαι την περίπτωση που κλείσαμε έναν αγώνα ανάμεσα στο 8ο και 9ο δημοτικό σχολείο. Θα γινόταν στην μεγάλη αυλή του καινούργιου 9ου σχολείου. Το ματς ξεκίνησε μέχρι που έφτασε ο διευθυντής Στάθης Καραζήσης. Σταμάτησε το παιχνίδι, με έπιασε από το αυτί και μου είπε: πάρε τους δικούς σου και φύγετε. Δεν θα σας αφήσω να μας καταστρέψετε καινούργιο σχολείο και να μας σπάσετε τα τζάμια. Έτσι διακόπηκε άδοξα η ποδοσφαιρική αναμέτρηση των δύο καλύτερων σχολείων της πόλης.
 Ποδόσφαιρο, όμως, σήμαινε γήπεδο. Οι δυο ομάδες της πόλης, ο Απόλλων και ο Ηρακλής προκαλούσαν έντονα πάθη και κάθε αναμέτρηση μεταξύ τους ήταν και ένας μικρός εμφύλιος. Με κιτρινόμαυρες φανέλες ο Απόλλων ήταν η ομάδα, κυρίως, των λαϊκών στρωμάτων. Ο γαλανόλευκος Ηρακλής θεωρούνταν ομάδα των αστών, ενώ η τρίτη ομάδα, ο Ορφέας, ως τμήμα ενός κυρίως πολιτιστικού σωματείου δεν είχε μεγάλη απήχηση. Στο γήπεδο υπήρχαν κερκίδες μόνο από τη μια μεριά (αυτή της Ραιδεστού) και αυτές ήταν χωρισμένες σε τμήματα των απολλωνιστών και των ηρακλειδέων. Στα ματς με μεγάλο ενδιαφέρον οι περισσότεροι θεατές ήταν όρθιοι, ενώ στο χώρο που σήμερα είναι το πέταλο προς την βαλκανιονίκη Μπεκιάρη ήταν ο χώρος των φαντάρων θεατών, οι οποίοι σε μόνιμη βάση υποστήριζαν την φιλοξενούμενη ομάδα.
    Αυτά, βέβαια, μέχρι το 1964, οπότε ώριμα φερόμενοι οι παράγοντες των δύο ομάδων κατάλαβαν ότι η πρόοδος για το σερραϊκό ποδόσφαιρο θα ερχόταν μέσα από την ενότητα των ποδοσφαιρικών ομάδων. Δημιουργήθηκε ο Πανσερραϊκός, με ερυθρόλευκα χρώματα και σήμα το λιοντάρι. Οι πρώτες κινήσεις ήταν πολύ προσεκτικές, έτσι ώστε να περιοριστούν στο ελάχιστο οι πιθανές αντιδράσεις. Πρόεδρος του Δ.Σ. ανέλαβε ο πρόεδρος του Ηρακλή Βαγγέλης Χατζηαθανασιάδης, παράγοντας με γνωριμίες και κύρος και έξω από τα σύνορα της πόλης. Οι υπόλοιπες θέσεις του συμβουλίου μοιράστηκαν σχεδόν ισομερώς ανάμεσα στους παράγοντες των δύο ιδρυτικών ομάδων. Η ενδεκάδα, επίσης αποτελούνταν από 6 ποδοσφαιριστές που προέρχονταν από τον Ηρακλή και 5 από τον Απόλλωνα: 1.Βλαχόπουλος(Η), 2.Κασάπης(Α), 3.Χατζηπανταζής(Η), 4.Τσακίρης(Η), 5.Στοϊμένος(Α), 6.Κιοσέογλου(Α), 7.Μπιτζίδης(Α), 8.Απόστολίδης(Η), 9.Φραγκόπουλος(Η), 10.Ηλιάδης(Η) και 11.Καλαποδάς(Α).  Προπονητής της ομάδας ανέλαβε ο προπονητής του Ηρακλή Αντώνης Γεωργιάδης. Οι ποδοσφαιριστές που δεν χρησιμοποιούνταν στην καινούργια ομάδα αγωνιζόταν στην δεύτερη ομάδα που δημιουργήθηκε, τον Ατρόμητο, με προπονητή τον προπονητή του Απόλλωνα Αλέκο Βόγα, που θα έπαιζε και το ρόλο του φυτώριου για τον Πανσερραϊκό. Η πορεία της ομάδας ήταν θριαμβευτική και οι φίλαθλοι ακολουθούσαν φανατικά. Το γήπεδο γέμιζε σε κάθε αγώνα, μεγάλες αποστολές φιλάθλων τη συνόδευαν στα εκτός έδρας παιχνίδια και η ομάδα αναδείχθηκε πρώτη στον όμιλο της. Μέσα στην σεζόν προγραμματίστηκε ένας φιλικός αγώνας με την βουλγαρική Λοκομοτίβ, καθημερινή. Ήταν μια μέρα ξεχωριστή. Φίλαθλοι συνέρρευσαν από όλες τις γειτονιές της πόλης αλλά και από όλα τα χωριά του νομού. Στο γήπεδο σημειώθηκε το αδιαχώρητο. Τελικά οι πόρτες άνοιξαν, μια και δεν χωρούσε κανένας επί πλέον να μπει στο γήπεδο. Κέρδισε ο Πανσερραϊκός με 1-0. Θυμάμαι μια εκπληκτική εκτίναξη του (χαμηλού ύψους) τερματοφύλακα Βλαχόπουλου στο Γ της εστίας του, με την οποία απέκρουσε δυνατό σουτ, συμβάλλοντας στη νίκη.
      Ο Πανσερραϊκός μετά την πρωτιά στον όμιλο του θα έπρεπε να δώσει διπλούς αγώνες με τους πρώτους των άλλων ομίλων της Β’ Εθνικής, τον Εδεσσαϊκό, τον Βύζαντα Μεγάρων και το Αιγάλεω. Οι δύο πρώτοι θα κέρδιζαν την άνοδο τους στην Α’ Εθνική. Ο πρώτος εκτός έδρας αγώνας στη κοντινή σχετικά Έδεσσα ήταν μια πανσερραϊκή εκστρατεία. Χιλιάδες Σερραίοι, με κάθε μεταφορικό μέσο μετέβησαν στην Έδεσσα για να ενισχύσουν την ομάδα. ‘Τρύπωσα’ με καμιά δεκαριά άλλους στο πίσω μέρος του φορτηγού του κουμπάρου μας Αντώνη Κουλίσογλου και βρέθηκα στην πόλη με τους καταρράκτες. Το ματς άρχιζε στις 5 αλλά από τη 1 η κερκίδα είχε γεμίσει. Στέγνωσε το στόμα μας για νερό. Ευρηματικός σερραίος εφοδιάστηκε με μια νταμιτζάνα και ένα γυάλινο ποτήρι και πωλούσε το νερό στους διψασμένους φιλάθλους 1 δραχμή. Όταν η νταμιτζάνα άδειαζε τη γέμιζε από τη βρύση και συνέχιζε. Ήπιαμε από το ίδιο ποτήρι τουλάχιστον χίλιοι φίλαθλοι και ο ‘νερουλάς’ έκανε την τύχη του. (Σημείωση: ουδέν κρούσμα μετάδοσης ασθένειας τινάς αναφέρθηκε). Ο αγώνας δεν είχε ευτυχή κατάληξη. Χάσαμε με 1-0 και γυρίσαμε τεθλιμμένοι στις Σέρρες.  Ο Πανσερραϊκός, όμως τελικά, κερδίζοντας στον τελευταίο αγώνα στις Σέρρες τον Βύζαντα με 3-0 ανέβηκε μαζί με το Αιγάλεω στη μεγάλη κατηγορία. Μια μεγάλη ένδοξη ποδοσφαιρική περίοδος ξεκινούσε.
                          ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ
     Ο κινηματογράφος ήταν βασική μορφή μαζικής λαϊκής διασκέδασης. Με το χαμηλό αντίτιμο ενός εισιτηρίου εξασφαλιζόταν η φυγή από την καθημερινότητα, η απόλαυση της περιπέτειας στο πανί, το γέλιο από την κωμωδία και η συγκίνηση από το δράμα του τίμιου παλικαριού ή της φτωχής παρασυρμένης, η νίκη του καλού και του τίμιου απέναντι στην αδικία και το κακό! Κρόνιο, Πάνθεο, Αστέρια, ο Αλέξανδρος αργότερα (στις αρχές της Κύπρου), το Παλλάς (στο σημερινό Εργατικό Κέντρο) και ο Χάρις στη συνέχεια (στην Τσαλοπούλου) ήταν οι χειμερινές κινηματογραφικές αίθουσες της πόλης. Το πρόγραμμα ξεκινούσε καθημερινά στις 2μ.μ. και τις Κυριακές στις 11 το πρωί. Μπαίναμε στις αίθουσες και αν η ταινία ήταν ενδιαφέρουσα μπορεί να την βλέπαμε δύο και τρεις φορές. Όταν δε παιζόταν ‘αριστουργήματα’ εποχής (π.χ. ταινία με το παιδί του λαού Νίκο Ξανθόπουλο) ουρές σχηματιζόταν στα ταμεία και μετά από κάθε προβολή άδειαζε η αίθουσα για να μπουν αυτοί που περίμεναν υπομονετικά για την επόμενη. Μέρες δόξας για τον ελληνικό κινηματογράφο!!
     Ο κινηματογράφος ήταν και καλοκαιρινή ψυχαγωγική επιλογή. Οι περισσότεροι θερινοί κινηματογράφοι ήταν επί της οδού Μεραρχίας. Το Ρεξ (με το καλύτερο ρεπερτόριο, άνοιγε πρώτος το Πάσχα και έκλεινε τελευταίος το Σεπτέμβριο) στο χώρο της σημερινής Εφορίας, ο Έσπερος στο χώρο του ξενοδοχείου Ελπίδα, τα Διονύσια και τα Τιτάνια (με εξειδίκευση στις τουρκικές ταινίες) πιο κάτω και απέναντι ο ένας από τον άλλον. Αργότερα έγιναν τα Ολύμπια στην Καμενίκια, επί της Βενιζέλου και η Άνεσις, δίπλα στα Αστέρια. Καταπληκτικό περιβάλλον, με το γιασεμί και τις φλαμουριές να μοσχοβολούν.        Όμως επειδή το θέαμα πρέπει να συνοδεύεται και με άρτο, έξω από κάθε θερινό λειτουργούσε και μια ταβέρνα. Με κόσμο καθημερινά και γεμάτες τα βράδια της Κυριακής.
    Η Μεραρχίας ήταν ο δρόμος περιπάτου, η ‘βόλτα’ ή ο χώρος του νυφοπάζαρου για την πόλη. Τους καλοκαιρινούς μήνες το απόγευμα έμπαιναν οι απαγορευτικές για την κίνηση αυτοκινήτων πινακίδες και ο δρόμος μεταβάλλονταν σε έναν (πραγματικό) πεζόδρομο, που ξεκινούσε από το δημαρχείο και έφτανε μέχρι τα Τιτάνια. Ο δρόμος πλημμύριζε από κόσμο, κάθε ηλικίας που έκανε τη βόλτα του. Τις Κυριακές μάλιστα υπήρχε τέτοια κοσμοσυρροή που θα τη ζήλευε κάθε πολιτικός. Με όρους κυκλοφοριακούς. Από τα δεξιά αυτοί που κατέβαιναν και στο αριστερό μέρος όσοι ανέβαιναν τη Μεραρχίας. Χώρος για περίπατο, συζήτηση, σχόλια για όσα και όσους συναντούσες, διαρκείς χαιρετισμοί με τους γνωστούς που συναντούσες και –φυσικά- χώρος για φλέρτ και …καμάκι.
 Εκτός από τις ταβέρνες έξω από τα σινεμά ένας μεγάλος αριθμός από ταβέρνες ήταν διασπαρμένος στο δρόμο. Από τις σημαντικότερες η ‘Συκιά’ του Σωτήρη Μουτάκα (τελευταία στη στοά της Μεραρχίας), το ‘Υποβρύχιο’ λίγο προς τα μέσα, κοντά στο σημερινό Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, του Σταύρου Τσακίρη, ο ‘Καρεκλάς’ και το ‘Ριο’ σχεδόν απέναντι από τον Έσπερο και η ‘Παπαρούνα’ απέναντι. Ένα μεγάλο μαγαζί επίσης υπήρχε προς το τέλος της Μεραρχίας, εκεί που σήμερα είναι το ‘Μπόμπα Φαρούκ’. Κάποιες βραδιές μουσικά συγκροτήματα και γνωστοί καλλιτέχνες ερχόταν σε κάποια από τα μαγαζιά αυτά για να διασκεδάσουν τους Σερραίους. Πολλές ταβέρνες, που μεγάλο μέρος της πελατείας τους ήταν στρατιώτες που υπηρετούσαν τη θητεία τους στις Σέρρες, επέλεγαν να είναι κλειστές τα βράδια της Τρίτης, που οι φαντάροι είχαν νυχτερινή άσκηση και δεν είχαν έξοδο. Με πελάτες φαντάρους κυρίως (αλλά όχι μόνο) λειτουργούσε και ένα ‘σπίτι’ προς το τέλος της Δημοσθένους Φλωριά.
    Στις αρχές της ‘βόλτας’ στις δυο πλευρές του δρόμου ήταν τα ζαχαροπλαστεία ΄Κρίνος’ του Καίμακάμη (δίπλα στη τράπεζα της Ελλάδος) και απέναντι ο Χριστοδούλου. Με τραπεζάκια έξω και έναν υποτυπώδη ταξικό διαχωρισμό μεταξύ τους. Λαϊκά στρώματα οι θαμώνες του ‘Κρίνου’, πιο ανεβασμένες κοινωνικά τάξεις στο Χριστοδούλου. Πιο κάτω, στον παιδικό σταθμό λειτουργούσε το ‘Αστόρια’. (Στα επόμενα χρόνια ο Χριστοδούλου λειτούργησε ως Νομίδης, των τριών αδερφών που νωρίτερα είχαν ανοίξει ένα ζαχαροπλαστείο με ξεχωριστές γεύσεις στις αρχές της Μεραρχίας, και ο ‘Κρίνος’ ως Βασάκης, των ιδιοκτητών του σημερινού ομώνυμου ζαχαροπλαστείου. Στα επόμενα χρόνια επίσης άνοιξε το ‘Ελληνικόν’, δίπλα στην Άνεσι και το ‘Πικαντίλυ’ στο χώρο της Τράπεζας Αττικής).  
   Αυτά όλα στο κέντρο της πόλης. Όμως οι Σερραίοι τα καλοκαίρια εξορμούσαν στα μαγαζιά των εξοχών της πόλης. Στου ‘Τσέλιου (Μπατίκης) πίσω από το Ξενία, στα ‘Αηδόνια’ (Τόλιος), στον Άη Γιάννη και στα Κιόσκα, στη σημερινή κοιλάδα. Πολλές φορές αυτές οι έξοδοι έπαιρναν τη μορφή ημερήσιας εκδρομής. Στις περιπτώσεις αυτές πολλές οικογένειες έφταναν με κάποια εδέσματα μαζί τους που τα συμπλήρωναν παραγγέλνοντας τα ποτά και τα συμπληρωματικά εδέσματα των κέντρων.   Τον δεκαπενταύγουστο οι περισσότεροι ανέβαιναν στο Λαϊλιά. Αναγκασμένοι πολλές φορές, λόγω οδοστρώματος, το τελευταίο χιλιόμετρο του δρόμου να το κάνουν περπατώντας. Εμείς, ως πιτσιρικάδες που πρόλαβαν και ανακάλυψαν το ποδήλατο, κάναμε διάφορες εξορμήσεις και πικνικ σε μια σειρά εξοχών της πόλης.
     Πολλά ουζερί ήταν διασπαρμένα στο κέντρο της πόλης για το μεσημεριανό απεριτίφ των εργαζομένων και για τη βραδινή χαλάρωση μετά από τη δουλειά. Με την κλασική συνταγή πρώτο ούζο με το σχετικό μεζέ, το δεύτερο με τον αντίστοιχο και πάει λέγοντας. Μόνο που κάθε φορά που ανακαλύπταμε γονείς ή συγγενείς σε ουζερί καθόμασταν για λίγα λεπτά και… ελαφρύναμε τα πιάτα τους από τμήματα του μεζέ. Ουζοκατανύξεις στα όρθια γινόταν και σε κάποια συνοικιακά μπακάλικα. Μόνο που δεν έχω καμιά εμπειρία από σχετική επίσκεψη. Τον Αηβάζη (Αραμπατζή μαχαλά, στην Αν. Θράκης) τον γνώρισα αργότερα ως λαχειοπώλη. Ένα άλλο επίσης, του Ζωγράφου, θυμάμαι στην Παπαπαύλου, λίγο πιο πάνω από το 1ο γυμνάσιο. Στη γειτονιά μας είχαμε την ‘Πλάκα’, που κάλυπτε τις βραδινές μας ανάγκες για σουβλάκι και σουτζουκάκι. Παράλληλα είχαμε εξασφαλίσει και τη μουσική μας διασκέδαση, μια και τα σουξέ της εποχής (από τον ‘τρόπο’ των Ολύμπιανς, μέχρι το ‘στρώσε το στρώμα σου για δυο’ του Θεοδωράκη και το ‘πετραδάκι-πετραδάκι’ με τον Ξανθόπουλο) ακουγόταν από το τζουκ μποξ σε όλη την περιοχή. Θυμάμαι, επίσης, τα διάφορα γλέντια που γινόταν στο σπίτι, με αφορμή κάποια γιορτή. Τα τραπέζια γέμιζαν από νωρίς με ό,τι εδέσματα ήταν διαθέσιμα, οι νταμιτζάνες σιγά-σιγά άδειαζαν, το ραδιόφωνο ή το πομπινόφωνο έπαιζαν, για μας τα παιδιά η καλύτερη μας και πάντα βέβαια το γλέντι έκλεινε με την επιτραπέζια χορωδία, πρωτοστατούντος του βαρύτονου πατέρα μου (καθόλου δεν μου έμοιασες στη φωνή, μου έλεγε) με τραγούδια της εποχής της νιότης τους. 
 Την περίοδο αυτή είχαμε και δυο εκλογικές αναμετρήσεις για εθνικές εκλογές (1963 και 1964) και μια για δημοτικές (1965). Πήγαινα σχεδόν σε όλες τις προεκλογικές συγκεντρώσεις που γινόταν. Θυμάμαι αυτή της ΕΡΕ το 1964 με ομιλητή τον αρχηγό της Παναγιώτη Κανελλόπουλο, που διαδέχθηκε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που είχε φύγει στο Παρίσι. Μιλούσε, λοιπόν, ο Κανελλόπουλος από το μπαλκόνι του Επιμελητηρίου και μια ομάδα συγκεντρωμένων τον διέκοπτε φωνάζοντας ‘Παπανίκος- Παπανίκος’. Τι είχε συμβεί; Ο νεαρός τότε δικηγόρος Παπανίκος ήταν υποψήφιος στις προηγούμενες εκλογές του 1963 που έγιναν πριν τρεισήμισι μήνες, πήγε καλά αλλά (φαίνεται πως φρόντισαν κάποιοι εσωκομματικοί αντίπαλοι που φοβήθηκαν πως θα εκλεγεί και θα τους πάρει τη θέση) δεν ήταν στο ψηφοδέλτιο του 1964 και οι οπαδοί του διαμαρτύρονταν στον αρχηγό. Στις δημοτικές εκλογές του ’65 εκλέχθηκε για πρώτη φορά δήμαρχος ο Ανδρέας Ανδρέου, με την στήριξη της αριστεράς. Έμεινε στη θέση έως το τέλος του 1967(;), επανήλ

Στέλιος Μπουφίδης

Πληροφορίες άρθρου:

2652 προβολές

Αρέσει σε 3 άτομα

Άρθρα του ίδιου συντάκτη

22/10/2014 | Δημοκρατική Αριστερά: Τίτλοι Τέλους

19/09/2014 | Εκλογή προέδρου-ρεσιτάλ υποκρισίας

30/04/2012 | Με αφορμή το επεισόδιο στη Σκοτούσσα

19/04/2012 | Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΟΒΑΡΗ ΥΠΟΘΕΣΗ…..

27/03/2012 | Που πας καραβάκι με τέτοιον καιρό;

16/03/2012 | Όταν μισθοί και συντάξεις μειώνονται οριζόντια

16/03/2012 | Και μετά το δεύτερο μνημόνιο τι;

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ
Πρέπει να συμπληρώσετε το είδος του επαγγέλματος που ψάχνετε

1907 | 

Κάτοικοι της Μέριανης (Λυγαριάς) έριξαν πυροβολισμούς στον αέρα για να ειδοποιήσουν τους άλλους κατοίκους του χωριού ότι απειλούνται τα γεννήματα τους από δυνατό χαλάζι. Ο Τούρκος Μουδίρης της Νιγρίτας μόλις πληροφορήθηκε τα συμβάντα μετέβη επί τόπου και με τη δικαιολογία ότι οι πυροβολισμοί ρίφθηκαν από ανταρτικό σώμα, συνέλαβε τους προσωπικούς του εχθρούς κακοποιώντας τους και τραυματίζοντας τους.

1913 | 

Το Ελληνικό Στρατηγείο διέταξε γενική επίθεση κατά των Βουλγαρικών στρατευμάτων.

1913 | 

Απελευθερώνεται η Νιγρίτα από τον Ελληνικό στρατό.

1936 | 

(Παρασκευή) Επισκέφθηκε την πόλη των Σερρών ο βασιλιάς Γεώργιος. Στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης των υποδέχθηκαν ανάμεσα σε άλλους και οι νεοεκλεγέντες βουλευτές Ιακώβου, Σγουραμάνης, Νικολαϊδης, και Κωνσταντίνος Καραμανλής καθώς και ο δήμαρχος Γ. Μόσχος. Οι Πέννας - Δαϊρετζόπουλος φωτογράφισαν τον τότε βασιλιά Γεώργιο κατά την «εις Σέρρας άφιξίν του».

1938 | 

Πραγματοποιήθηκε η πρώτη μαθητική επίδειξη του Ωδείου Σερρών «Ορφεύς» των τάξεων βιολιού, πιάνου, πνευστών των καθηγητών Σωτ. Κασάρα και Χρ. Σταματίου στο κινηματοθέατρο «Κρόνιον» υπέρ του ταμείου του Π.Ι.Κ.Π.Α.

1949 | 

Θεμελιώθηκε στην περιοχή Κιόσκια το εξωκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και των 12 Αποστόλων των κατηχητικών σχολείων του εθνικοθρησκευτικού συλλόγου «Αναγέννησις».

1965 | 

Διορίστηκε Νομάρχης Σερρών ο Γιώργος Σεβετίδης ο οποίος παρέμεινε στη Νομαρχία μέχρι τις 13 Νοεμβρίου του ιδίου έτους (1965)
Ιστορικό ημερολόγιο των Σερρών
Επιμέλεια: Σ. Π. Αραμπατζής
(δημοσιογράφος ΕΡΑ Σερρών)

Όλο γκρινιάζουμε ότι δεν έχουμε ρούχα, και όλο οι ντουλάπες μας, ασφυκτιούν!

Για να ξαλαφρώσεις ντουλάπες και συρτάρια, χωρίς να χρειαστεί να πετάξεις τίποτα, απλά άλλαξε τον τρόπο που τακτοποιείς κάποια ρούχα!

Τα λεπτά ρούχα, όπως μακό, κολλάν καθώς και αυτά που δεν τσαλακώνουν εύκολα, όπως μάλλινα πουλόβερ και φόρμες γυμναστικής, μπορείς να τα τυλίξεις ρολό, και να τα τοποθετήσεις στα ράφια. Αυτομάτως η ντουλάπα σου θα αποκτήσει πιο οργανωμένο look αλλά και θα εξοικονομήσεις τουλάχιστον το 1/3 του χώρου που υπήρχε!

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ...

82 πρόσωπα
3587 δημοσιευμένα άρθρα
226 ατάκες
33 videos
42 αρχεία ήχου
346482 προβολές από 1/6 έως 19/6
377463 προβολές τον προηγ. μήνα
309881 προβολές τον Απρίλιο